Τι προέβλεπε το διαβόητο άρθρο 23;
Το άρθρο 23, το οποίο αποσύρθηκε στις 30 Οκτωβρίου από το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το ιδιωτικό χρέος, μετά από σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και σύσσωμου του νομικού κόσμου, προέβλεπε το εξής: Μια απλή συμφωνία που υπογράφεται μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη για να ρυθμιστεί χρέος του τελευταίου μπορεί να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο για αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς ο πιστωτής να χρειάζεται να εξασφαλίσει προηγουμένως διαταγή πληρωμής ή δικαστική απόφαση.
Τι είναι όμως αυτός ο περίφημος «εκτελεστός τίτλος»; Είναι το νομικό έγγραφο που χρειάζεται ένας πιστωτής για να κινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, στο πλαίσιο της οποίας διενεργείται και η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Κανονικά, για να αποκτήσει τέτοιο τίτλο, ο πιστωτής πρέπει να ακολουθήσει κάποια από τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Να εξασφαλίσει, για παράδειγμα, διαταγή πληρωμής ή δικαστική απόφαση, εκτός αν διαθέτει ήδη άλλον τίτλο που αναγνωρίζει ο νόμος. Με το άρθρο 23, όμως, η ίδια η συμφωνία που θα υπέγραφε ο δανειολήπτης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό.
Κατά το προταθεν άρθρο 23, μια σύμβαση ρύθμισης οφειλής θα αποτελεί εκτελεστό τίτλο,
χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής,
χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση,
χωρίς το διαδικαστικό κόστος που συνεπάγεται η απόκτηση των παραπάνω τίτλων.
Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η σύμβαση αυτή θα δεσμεύει και συμβληθέντες εγγυητές, αλλά και τρίτους. Περαιτέρω, εκ μονής της σύμβασης, θα είναι δυνατή η εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης ή προσημείωσης υποθήκης.
Ας το πούμε ακόμη πιο απλά. Ένας δανειολήπτης υπογράφει μια ρύθμιση, προκειμένου να σώσει το σπίτι του. Ύστερα χάνει τη δουλειά του ή αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική δυσκολία. Αδυνατεί να πληρώσει τις δόσεις και η ρύθμιση καταγγέλλεται. Η συμφωνία που είχε υπογράψει για να προστατευτεί μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως το ίδιο το μέσο που θα επισπεύσει τη διαδικασία εναντίον της περιουσίας του.
Σε αυτό το σημείο, εντοπίζεται το οξύμωρο αλλά ευνοϊκό για τους πιστωτές : ένα εργαλείο που παρουσιάζεται ως διέξοδος από το χρέος αποκτά ταυτόχρονα τη δύναμη ενός εργαλείου αναγκαστικής είσπραξης. Ποιος ωφελείται πρακτικά από μια τέτοια αλλαγή; Ο πιστωτής, που εξοικονομεί χρόνο και μέρος του διαδικαστικού κόστους. Στην αγορά των κόκκινων δανείων, αυτό μπορεί να σημαίνει τράπεζες, funds που κατέχουν απαιτήσεις και εταιρείες διαχείρισης, τους γνωστούς servicers, που ενεργούν για λογαριασμό των δικαιούχων. Και ποιος επωμίζεται το πρόσθετο βάρος; Ο δανειολήπτης, ο οποίος θα πρέπει πλέον να αντιδράσει απέναντι σε έναν ήδη υφιστάμενο εκτελεστό τίτλο.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η σύμβαση ρύθμισης βασίζεται στη συναίνεση του δανειολήπτη και ότι ο εκτελεστός τίτλος δεν αποκτάται μονομερώς. Πιθανότατα, ο συντάκτης του νομοσχεδίου λησμόνησε ηθελημένα ότι, όταν ο ένας συμβαλλόμενος είναι η τράπεζα ή κάποιο fund και ο άλλος συμβαλλόμενος προσπαθεί να μη χάσει την κατοικία του, η διαπραγμάτευση δεν γίνεται επί ίσοις όροις.
Με απλά λόγια, η κυβέρνηση -διότι η κυβερνητική πλειοψηφία είναι αυτή που νομοθετεί κατά κύριο λόγο- επιτρέπει σε τράπεζες, funds, εταιρίες διαχείρισης να κατασχέσουν περιουσίες οφειλετών, με ένα ιδιωτικό έγγραφο, ανέξοδα και ανέλεγκτα. Ήδη με τον ν. 5072/2023, η κυβέρνηση επιλέγει πρόδηλα το πλευρό funds και των τραπεζών, ενώ ο Έλληνας πολίτης πασχίζει να αποπληρώσει το χρέος του, σε συνθήκες ακρίβειας και γενικευμένης οικονομικής εξουθένωσης.
Μετά την κατακραυγή της ως άνω ρύθμισης από τους δικηγορικούς συλλόγους της Ελλάδας, η ρύθμιση αποσύρθηκε. Ωστόσο, η απάντηση του κυρίου Μητσοτάκη στο ιδιωτικό χρέος συνεχίζει να είναι η ασφυξία των πολιτών του, γιατί η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.
Αυτό που απέσυρε από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, το είχε ήδη θεσπίσει για τον εξωδικαστικό μηχανισμό. Σε ισχύ παραμένει το άρθρο 27 παρ.3 του ν.4738/2020, όπως προστέθηκε με το άρθρο 15 του ν. 5313/2026.
Πάλι τα ίδια, κύριε Μητσοτάκη.
Με το άρθρο 15 τροποποιήθηκε το άρθρο 27 του ν. 4738/2020, που ρυθμίζει τις συνέπειες της αθέτησης μιας σύμβασης αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού. Ειδικότερα, η τροποποίηση προσέθεσε τις παραγράφους 3 και 4.
Και τι προβλέπει η παράγραφος 3; Ότι η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για τις απαιτήσεις προς χρηματοδοτικούς φορείς που προβλέπει ο νόμος. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός παρέχεται ως εργαλείο δεύτερης ευκαιρίας. Αν όμως η συμφωνία εξωδικαστικού μηχανισμού αθετηθεί, ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένες συνέπειες.
Σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 27, ο πιστωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση όταν το συνολικό ποσό σε καθυστέρηση υπερβαίνει την αξία τριών δόσεων ή ανέρχεται στο προβλεπόμενο όριο τουλάχιστον 3% της συνολικής ρυθμισμένης οφειλής. Η καταγγελία συνεπάγεται την απώλεια της ρύθμισης ως προς τον συγκεκριμένο πιστωτή.
Και εδώ υπάρχει ένα σημείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Οι απαιτήσεις του πιστωτή αναβιώνουν στο ύψος που είχαν πριν από τη ρύθμιση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί. Καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Ο πολίτης, δηλαδή, δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπος με μερικές ανεξόφλητες δόσεις. Μπορεί να βρεθεί ξανά απέναντι σε μια πολύ μεγαλύτερη απαίτηση, με έναν πιστωτή ο οποίος διαθέτει πλέον εκτελεστό τίτλο βάσει της ίδιας της συμφωνίας.
Η νέα παράγραφος 4 του άρθρου 27 προβλέπει ότι η σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να ισχύει ως εκτελεστός τίτλος και κατά εγγυητών, συνοφειλετών και ασφαλειοδοτών που έχουν συμβληθεί σε αυτήν. Η διάταξη προβλέπει επίσης τη δυνατότητα εγγραφής συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης, καθώς και την δυνατότητα ανακοπής σε τρίτα πρόσωπα, στα οποία εκτείνεται η εκτελεστότητα χωρίς να έχουν συμβληθεί, μέσα σε προθεσμία είκοσι εργάσιμων ημερών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση.
Και κάτι ακόμα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 προβλέπει ότι η τροποποίηση εφαρμόζεται και σε συμβάσεις αναδιάρθρωσης που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 5313/2026, εφόσον η αθέτησή τους επέρχεται μετά την έναρξη ισχύος του.
Στις 31 Οκτωβρίου 2026, μία ημέρα μετά την απόσυρση του άρθρου 23, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων επανήλθε και ζήτησε ρητά να καταργηθεί και η παράγραφος 3 του άρθρου 27 του ν. 4738/2020, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5313/2026.
Το άρθρο 23 αποσύρθηκε κατόπιν δημόσιας κατακραυγής.
Το άρθρο 15 του ν. 5313/2026 παραμένει σε ισχύ. Η αξιωματική αντιπολίτευση ζήτησε ήδη κατάργηση και κατέθεσε τροπολογία.
Σε κάθε περίπτωση, ο Πρωθυπουργός οφείλει να απαντήσει προσωπικά στο εξής κομβικό ερώτημα: Όταν νομοθετεί για το ιδιωτικό χρέος, μεριμνά με την ίδια επιμέλεια για τα δικαιώματα εκείνου που εισπράττει και εκείνου που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του;




